Γραφει η Λουκία Πικη
Σαν σήμερα, στις 10 Φεβρουαρίου 1975, σίγησε για πάντα η φωνή του Νίκου Καββαδία. Του ποιητή που έκανε τη θάλασσα πατρίδα, τα λιμάνια εξομολόγηση και το ταξίδι τρόπο ζωής. Του «Μαραμπού» των γαλάζιων πόντων και των ανθρώπων που έμαθαν να κουβαλούν τον κόσμο στην πλάτη τους.
Γεννημένος στις 11 Ιανουαρίου 1910 στη μακρινή Μαντζουρία, ο Καββαδίας βρέθηκε παιδί ακόμη στην Ελλάδα και μεγάλωσε στον Πειραιά, εκεί όπου η μυρωδιά του αλατιού και οι σειρήνες των πλοίων χαράζουν τη μνήμη για πάντα. Από μαθητής του Δημοτικού άρχισε να γράφει ποιήματα, όμως η μοίρα του δεν ήταν το γραφείο· ήταν η θάλασσα.
Το 1929 μπαρκάρει ως ναύτης. Από τότε, τα ταξίδια του γίνονται στίχοι, οι άνθρωποι των καταστρωμάτων γίνονται ήρωες, και οι ιστορίες των «ναυαγών της ζωής» αποκτούν φωνή. Όπως έγραψε ο Κώστας Βάρναλης, πίσω από το πούσι και τα εξωτικά λιμάνια, ο Καββαδίας δείχνει τον αληθινό ένοχο της ανθρώπινης δυστυχίας: την εκμετάλλευση, τον πόλεμο, την πείνα — τον διεθνικό Μινώταυρο.
Το 1933 κυκλοφορεί το «Μαραμπού», η πρώτη του ποιητική συλλογή. Το βιβλίο που θα του χαρίσει το προσωνύμιο και θα τον καθιερώσει ως μια μοναδική φωνή στα ελληνικά γράμματα. Ακολουθούν δύσκολα χρόνια. Στον ελληνοϊταλικό πόλεμο επιστρατεύεται ως ημιονηγός, εμπειρίες που αργότερα θα αποτυπώσει στο πεζογράφημα «Στο άλογό μου».
Κατά τη διάρκεια της Κατοχής, ο Καββαδίας δεν μένει σιωπηλός. Εντάσσεται στο ΕΑΜ Ναυτικών και στο ΕΑΜ Λογοτεχνών, γράφει ποιήματα Αντίστασης, όπως το «Αθήνα 1943» και το «Στον τάφο του ΕΠΟΝίτη», και βάζει την ποίησή του στην υπηρεσία της ελευθερίας. Το 1946 υπογράφει, μαζί με άλλους διανοούμενους, τη διαμαρτυρία κατά του Γ΄ Ψηφίσματος, πληρώνοντας το τίμημα της πολιτικής του στάσης.
Το 1947 εκδίδεται το «Πούσι». Τα ποιήματά του, χρόνια αργότερα, θα μελοποιηθούν και θα γίνουν τραγούδια που θα συνοδεύσουν γενιές ολόκληρες. Ο Καββαδίας θα γίνει ποιητής όλων: των νέων, των ναυτικών, των ανήσυχων, όσων αρνούνται να ζήσουν χωρίς όνειρο.
Λίγο πριν τη δικτατορία του 1967, δίνει συνέντευξη στην «Πανσπουδαστική» και αφιερώνει το ποίημα «Σπουδαστές». Στα χρόνια της χούντας δρα ως σύνδεσμος αντιστασιακών οργανώσεων. Το 1974 υπογράφει υπέρ του αντιμοναρχικού αγώνα. Μέχρι το τέλος, ο λόγος του παραμένει καθαρός και ανυπότακτος.
Ο Νίκος Καββαδίας έφυγε χωρίς να προλάβει να δει τυπωμένο το «Τραβέρσο» και χωρίς να ακούσει τα ποιήματά του μελοποιημένα. Όμως άφησε πίσω του κάτι μεγαλύτερο από βιβλία: άφησε έναν τρόπο να βλέπεις τον κόσμο. Όπως έλεγε ο Θάνος Μικρούτσικος, ο Καββαδίας μας κάλεσε να λυπηθούμε εκείνους που δεν ονειρεύονται, να χορέψουμε πάνω στο φτερό του καρχαρία, να ξεπεράσουμε τα όριά μας και να κατακτήσουμε το Αδύνατο.
Σαν σήμερα, δεν θυμόμαστε απλώς έναν ποιητή. Θυμόμαστε έναν άνθρωπο που μας έμαθε ότι η ζωή είναι ταξίδι — και ότι αξίζει να τολμάς να ονειρεύεσαι, ακόμη κι όταν η θάλασσα αγριεύει.